Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορμάθιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ορμαθίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορμάθιση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὁρμάθι(σις) + -ση < ελληνιστική κοινή ὁρμᾰθίζω < αρχαία ελληνική ὁρμᾰθός < ὅρμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήορμάθισηορμαθίσεις
Γενικήορμάθισηςορμαθίσεων
Αιτιατικήορμάθισηορμαθίσεις
Κλητικήορμάθισηορμαθίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →