ορμέμφυτος
•
- που εκδηλώνεται αυτόματα, παρορμητικά, ενστικτωδώς Βικιλεξικό
- Ὁ Βούκιος κι ὁ Λεωνής, ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα ποὺ ἀντίκρυσαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, μισήθηκαν. Εἶταν ἕνα μίσος ὁρμέμφυτο, σκοτεινό, ἀναίτιο, ἀκατανόητο καὶ γιὰ τοῦτο τὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλα τὰ εἴδη τοῦ μίσους, ἕνα γνήσιο πάθος ὄπως ὁ ἀληθινός ἔρωτας.
- ουσιαστικοποιημένοορμέμφυτο: το ένστικτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορμέμφυτος < ορμή + έμφυτος < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Naturtrieb < Natur (φύση) + Trieb (παρόρμηση)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ορμέμφυτος | ορμέμφυτη | ορμέμφυτο |
| Γενική | ορμέμφυτου | ορμέμφυτης | ορμέμφυτου |
| Αιτιατική | ορμέμφυτο | ορμέμφυτη | ορμέμφυτο |
| Κλητική | ορμέμφυτε | ορμέμφυτη | ορμέμφυτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ορμέμφυτοι | ορμέμφυτες | ορμέμφυτα |
| Γενική | ορμέμφυτων | ορμέμφυτων | ορμέμφυτων |
| Αιτιατική | ορμέμφυτους | ορμέμφυτες | ορμέμφυτα |
| Κλητική | ορμέμφυτοι | ορμέμφυτες | ορμέμφυτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →