Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορμέμφυτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εκδηλώνεται αυτόματα, παρορμητικά, ενστικτωδώς Βικιλεξικό
    • Ὁ Βούκιος κι ὁ Λεωνής, ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα ποὺ ἀντίκρυσαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, μισήθηκαν. Εἶταν ἕνα μίσος ὁρμέμφυτο, σκοτεινό, ἀναίτιο, ἀκατανόητο καὶ γιὰ τοῦτο τὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλα τὰ εἴδη τοῦ μίσους, ἕνα γνήσιο πάθος ὄπως ὁ ἀληθινός ἔρωτας.
  2. ουσιαστικοποιημένοορμέμφυτο: το ένστικτο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορμέμφυτος < ορμή + έμφυτος < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Naturtrieb < Natur (φύση) + Trieb (παρόρμηση)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορμέμφυτοςορμέμφυτηορμέμφυτο
Γενικήορμέμφυτουορμέμφυτηςορμέμφυτου
Αιτιατικήορμέμφυτοορμέμφυτηορμέμφυτο
Κλητικήορμέμφυτεορμέμφυτηορμέμφυτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορμέμφυτοιορμέμφυτεςορμέμφυτα
Γενικήορμέμφυτωνορμέμφυτωνορμέμφυτων
Αιτιατικήορμέμφυτουςορμέμφυτεςορμέμφυτα
Κλητικήορμέμφυτοιορμέμφυτεςορμέμφυτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →