ορμητήριο
•
- το μέρος από όπου ξεκινά κάποιος για τις ενέργειές του, παράνομες ή όχι Βικιλεξικό
- Τα απόμερα νησιά ήταν ανέκαθεν ορμητήριο των πειρατών.
- Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους- και σταυρωμένα πάνω στο γόνατό της, έχοντάς το ως ορμητήριο, εκκινούσαν απ'αυτό και γλιστρούσανε χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
Ετυμολογία
ορμητήριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁρμητήριον < ὁρμάω, ὁρμη- + -τήριον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορμητήριο | ορμητήρια |
| Γενική | ορμητήριου / ορμητηρίου | ορμητηρίων |
| Αιτιατική | ορμητήριο | ορμητήρια |
| Κλητική | ορμητήριο | ορμητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →