Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορμώμαι

/oɾˈmo.me/ρήμα
•
  1. κατάγομαι, συνήθως λέγεται για πόλη Βικιλεξικό
    • Εξ Αθηνών ορμώμενος
  2. ξεκινώ, χρησιμοποιώ ή έχω ως αιτία, αφορμή, κίνητρο Βικιλεξικό
    • χ.η. Σοφία Ασλανίδου, μία αποκαλυπτική έρευνα για τη σχέση των νέων με τα ΜΜΕ @greek-language.gr

Ετυμολογία

ορμώμαι < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὁρμῶμαι < αρχαία ελληνική ὁρμῶμαι, ὁρμάομαι, μεσοπαθητική φωνή ὁρμῶ/ὁρμάω.

Άλλοι τύποι

ορμώμενος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →