ορμώμαι
•
- κατάγομαι, συνήθως λέγεται για πόλη Βικιλεξικό
- Εξ Αθηνών ορμώμενος
- ξεκινώ, χρησιμοποιώ ή έχω ως αιτία, αφορμή, κίνητρο Βικιλεξικό
- χ.η. Σοφία Ασλανίδου, μία αποκαλυπτική έρευνα για τη σχέση των νέων με τα ΜΜΕ @greek-language.gr
Ετυμολογία
ορμώμαι < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὁρμῶμαι < αρχαία ελληνική ὁρμῶμαι, ὁρμάομαι, μεσοπαθητική φωνή ὁρμῶ/ὁρμάω.
Άλλοι τύποι
ορμώμενος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →