Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορνιθοειδής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου μοιάζει με πουλί Βικιλεξικό
  2. αρχαιοπρεπέςπου μοιάζει με όρνιθα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορνιθοειδής < ελληνιστική κοινή ὀρνιθοειδής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορνιθοειδήςορνιθοειδήςορνιθοειδές
Γενικήορνιθοειδούςορνιθοειδούςορνιθοειδούς
Αιτιατικήορνιθοειδήορνιθοειδήορνιθοειδές
Κλητικήορνιθοειδή / ορνιθοειδήςορνιθοειδήςορνιθοειδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορνιθοειδείςορνιθοειδείςορνιθοειδή
Γενικήορνιθοειδώνορνιθοειδώνορνιθοειδών
Αιτιατικήορνιθοειδείςορνιθοειδείςορνιθοειδή
Κλητικήορνιθοειδείςορνιθοειδείςορνιθοειδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →