Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορνιθολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την ορνιθολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορνιθολογικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορνιθολογικόςορνιθολογικήορνιθολογικό
Γενικήορνιθολογικούορνιθολογικήςορνιθολογικού
Αιτιατικήορνιθολογικόορνιθολογικήορνιθολογικό
Κλητικήορνιθολογικέορνιθολογικήορνιθολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορνιθολογικοίορνιθολογικέςορνιθολογικά
Γενικήορνιθολογικώνορνιθολογικώνορνιθολογικών
Αιτιατικήορνιθολογικούςορνιθολογικέςορνιθολογικά
Κλητικήορνιθολογικοίορνιθολογικέςορνιθολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →