Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορνιθώνας

/oɾ.niˈθo.nas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοκοτέτσι Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάπερικλεισμένος χώρος όπου βόσκουν οι όρνιθες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορνιθώνας < ελληνιστική κοινή ὀρνιθών (αιτιατική: ὀρνιθῶνα). > ὄρνις και κατάληξη των λεγόμενων περιεκτικών -ών. Συγχρονικά αναλύεται σε όρνιθ(α) + -ώνας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήορνιθώναςορνιθώνες
Γενικήορνιθώναορνιθώνων
Αιτιατικήορνιθώναορνιθώνες
Κλητικήορνιθώναορνιθώνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →