ορογραφία
•
- ορεογραφία Βικιλεξικό
- στον κλάδο της ορολογίαςμέρος της ορολογικής εργασίας που αφορά την εγγραφή και παρουσίαση των ορολογικών δεδομένων Βικιλεξικό
- Τα ορολογικά δεδομένα μπορούν να παρουσιάζονται με τη μορφή βάσεων όρων, γλωσσαρίων, θησαυρών ή άλλων δημιοσιευμάτων.
Ετυμολογία
ορογραφία < όρος + -γραφία < γράφω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορογραφία | ορογραφίες |
| Γενική | ορογραφίας | ορογραφιών |
| Αιτιατική | ορογραφία | ορογραφίες |
| Κλητική | ορογραφία | ορογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →