Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορογραφία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ορεογραφία Βικιλεξικό
  2. στον κλάδο της ορολογίαςμέρος της ορολογικής εργασίας που αφορά την εγγραφή και παρουσίαση των ορολογικών δεδομένων Βικιλεξικό
    • Τα ορολογικά δεδομένα μπορούν να παρουσιάζονται με τη μορφή βάσεων όρων, γλωσσαρίων, θησαυρών ή άλλων δημιοσιευμάτων.

Ετυμολογία

ορογραφία < όρος + -γραφία < γράφω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήορογραφίαορογραφίες
Γενικήορογραφίαςορογραφιών
Αιτιατικήορογραφίαορογραφίες
Κλητικήορογραφίαορογραφίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →