Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ορογραφία Βικιλεξικό
    • ορογραφικό σύνορο

Ετυμολογία

ορογραφικός < ορογραφ-ία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορογραφικόςορογραφικήορογραφικό
Γενικήορογραφικούορογραφικήςορογραφικού
Αιτιατικήορογραφικόορογραφικήορογραφικό
Κλητικήορογραφικέορογραφικήορογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορογραφικοίορογραφικέςορογραφικά
Γενικήορογραφικώνορογραφικώνορογραφικών
Αιτιατικήορογραφικούςορογραφικέςορογραφικά
Κλητικήορογραφικοίορογραφικέςορογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →