Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οροθετικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη ιδιότητα του οροθετικού Βικιλεξικό
    • Όταν θέλησε να πάει σε συγγενικό σπίτι στην ιδια γειτονιά, δεν την δέχθηκαν λόγω των προκαταλήψεων για την οροθετικότητά της, λόγω του ότι, πάνω απ’ όλα, είχε διαπομπευθεί. (*)

Ετυμολογία

οροθετικότητα (νεολογισμός) < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική séropositivité ή την αγγλική seropositivity. Μορφολογικά αναλύεται σε οροθετικ(ός) + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοροθετικότηταοροθετικότητες
Γενικήοροθετικότηταςοροθετικοτήτων
Αιτιατικήοροθετικότηταοροθετικότητες
Κλητικήοροθετικότηταοροθετικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →