ορολογικός
•
- που έχει σχέση με την ορολογία (τους όρους) ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ιατρικήπου έχει σχέση με την ορολογία, τον ορό του αίματος ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- ορολογική εξέταση αίματος.
Ετυμολογία
ορολογικός < ορολογ(ί) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ορολογικός | ορολογική | ορολογικό |
| Γενική | ορολογικού | ορολογικής | ορολογικού |
| Αιτιατική | ορολογικό | ορολογική | ορολογικό |
| Κλητική | ορολογικέ | ορολογική | ορολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ορολογικοί | ορολογικές | ορολογικά |
| Γενική | ορολογικών | ορολογικών | ορολογικών |
| Αιτιατική | ορολογικούς | ορολογικές | ορολογικά |
| Κλητική | ορολογικοί | ορολογικές | ορολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →