Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορολογικός

/o.ɾo.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ορολογία (τους όρους) ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ιατρικήπου έχει σχέση με την ορολογία, τον ορό του αίματος ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
    • ορολογική εξέταση αίματος.

Ετυμολογία

ορολογικός < ορολογ(ί) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορολογικόςορολογικήορολογικό
Γενικήορολογικούορολογικήςορολογικού
Αιτιατικήορολογικόορολογικήορολογικό
Κλητικήορολογικέορολογικήορολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορολογικοίορολογικέςορολογικά
Γενικήορολογικώνορολογικώνορολογικών
Αιτιατικήορολογικούςορολογικέςορολογικά
Κλητικήορολογικοίορολογικέςορολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →