ορονοσία
•
- οξεία αυτοπεριοριζόμενη νόσος που εμφανίζεται 6 ως 8 μέρες μετά την ένεση μιας άγνωστης για τον οργανισμό πρωτεΐνης (πχ. μετά τη χορήγηση ορού αλόγου) και χαρακτηρίζεται από πυρετό, αρθραλγίες, αγγειΐτιδα και οξεία σπειραματονεφρίτιδα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορονοσία < ορός + νόσος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορονοσία | ορονοσίες |
| Γενική | ορονοσίας | ορονοσιών |
| Αιτιατική | ορονοσία | ορονοσίες |
| Κλητική | ορονοσία | ορονοσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →