οροσήμανση
•
- η τοποθέτηση οροσήμων σε μια έκταση γης και ο καθορισμός της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οροσήμανση < καθαρεύουσα ὁροσήμανσις < αρχαία ελληνική ὅρος (σύνορο γης) + σήμανσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οροσήμανση | οροσημάνσεις |
| Γενική | οροσήμανσης | οροσημάνσεων |
| Αιτιατική | οροσήμανση | οροσημάνσεις |
| Κλητική | οροσήμανση | οροσημάνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →