ορρωδώ
•
- χάνω το θάρρος μου, σταματώ, λιποψυχώ ή διστάζω Βικιλεξικό
- –…Ούτε μπροστά σε θηλυκό κροκόδειλο ορρωδείς;
Ετυμολογία
ορρωδώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀρρωδέω / ὀρρωδῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ορρωδώ | ορρωδείς | ορρωδεί | ορρωδούμε | ορρωδείτε | ορρωδούν / ορρωδούνε |
| Παρατατικός | ορρωδούσα | ορρωδούσες | ορρωδούσε | ορρωδούσαμε | ορρωδούσατε | ορρωδούσαν / ορρωδούσανε |
| Αόριστος | ορρώδησα | ορρώδησες | ορρώδησε | ορρωδήσαμε | ορρωδήσατε | ορρωδήσαν / ορρωδήσανε / ορρώδησαν |
| Μέλλοντας | θα ορρωδήσω / θα ορρωδώ | θα ορρωδήσεις / θα ορρωδείς | θα ορρωδήσει / θα ορρωδεί | θα ορρωδήσουμε / θα ορρωδούμε | θα ορρωδήσετε / θα ορρωδείτε | θα ορρωδήσουν / θα ορρωδήσουνε / θα ορρωδούν / θα ορρωδούνε |
| Παρακείμενος | έχω ορρωδήσει | έχεις ορρωδήσει | έχει ορρωδήσει | έχουμε ορρωδήσει | έχετε ορρωδήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ορρωδήσει | είχες ορρωδήσει | είχε ορρωδήσει | είχαμε ορρωδήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ορρωδήσει / να ορρωδήσω / να ορρωδώ | να έχεις ορρωδήσει / να ορρωδήσεις / να ορρωδείς | να έχει ορρωδήσει / να ορρωδήσει / να ορρωδεί | να έχουμε ορρωδήσει / να ορρωδήσουμε / να ορρωδούμε | να έχετε ορρωδήσει / να ορρωδήσετε / να ορρωδείτε | να ορρωδήσουν / να ορρωδήσουνε / να ορρωδούν / να ορρωδούνε |
| Προστακτική | — | ορρώδει / ορρώδησε | — | — | ορρωδήστε / ορρωδείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →