ορφανίζω
•
- κάνω κάποιον ορφανό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορφανίζω < αρχαία ελληνική ὀρφανίζω < ὀρφανός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ορφανίζω | ορφανίζεις | ορφανίζει | ορφανίζουμε | ορφανίζετε | ορφανίζουν / ορφανίζουνε |
| Παρατατικός | ορφάνιζα | ορφάνιζες | ορφάνιζε | ορφανίζαμε | ορφανίζατε | ορφάνιζαν / ορφανίζαν / ορφανίζανε |
| Αόριστος | ορφάνισα | ορφάνισες | ορφάνισε | ορφανίσαμε | ορφανίσατε | ορφάνισαν / ορφανίσαν / ορφανίσανε |
| Μέλλοντας | θα ορφανίζω / θα ορφανίσω | θα ορφανίζεις / θα ορφανίσεις | θα ορφανίζει / θα ορφανίσει | θα ορφανίζουμε / θα ορφανίσουμε | θα ορφανίζετε / θα ορφανίσετε | θα ορφανίζουν / θα ορφανίζουνε / θα ορφανίσουν / θα ορφανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ορφανίσει | έχεις ορφανίσει | έχει ορφανίσει | έχουμε ορφανίσει | έχετε ορφανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ορφανίσει | είχες ορφανίσει | είχε ορφανίσει | είχαμε ορφανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ορφανίσει / να ορφανίζω / να ορφανίσω | να έχεις ορφανίσει / να ορφανίζεις / να ορφανίσεις | να έχει ορφανίσει / να ορφανίζει / να ορφανίσει | να έχουμε ορφανίσει / να ορφανίζουμε / να ορφανίσουμε | να έχετε ορφανίσει / να ορφανίζετε / να ορφανίσετε | να ορφανίζουν / να ορφανίζουνε / να ορφανίσουν / να ορφανίσουνε |
| Προστακτική | — | ορφάνιζε / ορφάνισε | — | — | ορφανίζετε / ορφανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →