Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορχηστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον χορό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορχηστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορχηστικόςορχηστικήορχηστικό
Γενικήορχηστικούορχηστικήςορχηστικού
Αιτιατικήορχηστικόορχηστικήορχηστικό
Κλητικήορχηστικέορχηστικήορχηστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορχηστικοίορχηστικέςορχηστικά
Γενικήορχηστικώνορχηστικώνορχηστικών
Αιτιατικήορχηστικούςορχηστικέςορχηστικά
Κλητικήορχηστικοίορχηστικέςορχηστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →