ορχηστρίδα
•
- η έμπειρη χορεύτρια επί εποχές αρχαίας Ελλάδος και Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορχηστρίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀρχηστρίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορχηστρίδα | ορχηστρίδες |
| Γενική | ορχηστρίδας | ορχηστρίδων |
| Αιτιατική | ορχηστρίδα | ορχηστρίδες |
| Κλητική | ορχηστρίδα | ορχηστρίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →