Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορχηστρούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μικρή ορχήστρα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάειρωνικά ή χαϊδευτικά: για μικρής εμβέλειας ή ποιότητας ορχήστρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορχηστρούλα < ορχήστρ(α) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήορχηστρούλαορχηστρούλες
Γενικήορχηστρούλας—
Αιτιατικήορχηστρούλαορχηστρούλες
Κλητικήορχηστρούλαορχηστρούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →