ορχηστρούλα
•
- μικρή ορχήστρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάειρωνικά ή χαϊδευτικά: για μικρής εμβέλειας ή ποιότητας ορχήστρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορχηστρούλα < ορχήστρ(α) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορχηστρούλα | ορχηστρούλες |
| Γενική | ορχηστρούλας | — |
| Αιτιατική | ορχηστρούλα | ορχηστρούλες |
| Κλητική | ορχηστρούλα | ορχηστρούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →