Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορχικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τους όρχεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορχικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορχικόςορχικήορχικό
Γενικήορχικούορχικήςορχικού
Αιτιατικήορχικόορχικήορχικό
Κλητικήορχικέορχικήορχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορχικοίορχικέςορχικά
Γενικήορχικώνορχικώνορχικών
Αιτιατικήορχικούςορχικέςορχικά
Κλητικήορχικοίορχικέςορχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →