ορόσημο
•
- σημάδι που τοποθετείται προς κατάδειξη των ορίων μιας έκτασης Βικιλεξικό
- γεγονός ή στιγμή που συνιστά σταθμό στην ιστορία Βικιλεξικό
- Η αντιπαράθεσή μας θα αποτελέσει ορόσημο για την υπόλοιπη ζωή μας.
Ετυμολογία
ορόσημο < όρος + σήμα + -ο ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική landmark)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορόσημο | ορόσημα |
| Γενική | οροσήμου / ορόσημου | οροσήμων / ορόσημων |
| Αιτιατική | ορόσημο | ορόσημα |
| Κλητική | ορόσημο | ορόσημα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →