Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οσμίζομαι

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάμυρίζω, οσφραίνομαι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαντιλαμβάνομαι Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάυποπτεύομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οσμίζομαι < οσμή + -ίζομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςοσμίζομαιοσμίζεσαιοσμίζεταιοσμιζόμαστεοσμίζεστεοσμίζονται
Παρατατικόςοσμιζόμουν / οσμιζόμουναοσμιζόσουν / οσμιζόσουναοσμιζόταν / οσμιζότανεοσμιζόμασταν / οσμιζόμαστεοσμιζόσασταν / οσμιζόσαστεοσμίζονταν / οσμιζόντουσαν
Αόριστοςοσμίστηκαοσμίστηκεςοσμίστηκεοσμιστήκαμεοσμιστήκατεοσμίστηκαν / οσμιστήκαν / οσμιστήκανε
Μέλλονταςθα οσμίζομαι / θα οσμιστώθα οσμίζεσαι / θα οσμιστείςθα οσμίζεται / θα οσμιστείθα οσμιζόμαστε / θα οσμιστούμεθα οσμίζεστε / θα οσμιστείτεθα οσμίζονται / θα οσμιστούν / θα οσμιστούνε
Παρακείμενοςέχω οσμιστείέχεις οσμιστείέχει οσμιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα οσμιστείείχες οσμιστείείχε οσμιστεί———
Υποτακτικήνα έχω οσμιστεί / να οσμίζομαι / να οσμιστώνα έχεις οσμιστεί / να οσμίζεσαι / να οσμιστείςνα έχει οσμιστεί / να οσμίζεται / να οσμιστείνα οσμιζόμαστε / να οσμιστούμενα οσμίζεστε / να οσμιστείτενα οσμίζονται / να οσμιστούν / να οσμιστούνε
Προστακτική—οσμίζου / οσμίσου——οσμίζεστε / οσμιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →