οσμίζομαι
•
- κυριολεκτικάμυρίζω, οσφραίνομαι Βικιλεξικό
- μεταφορικάαντιλαμβάνομαι Βικιλεξικό
- μεταφορικάυποπτεύομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οσμίζομαι < οσμή + -ίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οσμίζομαι | οσμίζεσαι | οσμίζεται | οσμιζόμαστε | οσμίζεστε | οσμίζονται |
| Παρατατικός | οσμιζόμουν / οσμιζόμουνα | οσμιζόσουν / οσμιζόσουνα | οσμιζόταν / οσμιζότανε | οσμιζόμασταν / οσμιζόμαστε | οσμιζόσασταν / οσμιζόσαστε | οσμίζονταν / οσμιζόντουσαν |
| Αόριστος | οσμίστηκα | οσμίστηκες | οσμίστηκε | οσμιστήκαμε | οσμιστήκατε | οσμίστηκαν / οσμιστήκαν / οσμιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα οσμίζομαι / θα οσμιστώ | θα οσμίζεσαι / θα οσμιστείς | θα οσμίζεται / θα οσμιστεί | θα οσμιζόμαστε / θα οσμιστούμε | θα οσμίζεστε / θα οσμιστείτε | θα οσμίζονται / θα οσμιστούν / θα οσμιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω οσμιστεί | έχεις οσμιστεί | έχει οσμιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οσμιστεί | είχες οσμιστεί | είχε οσμιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οσμιστεί / να οσμίζομαι / να οσμιστώ | να έχεις οσμιστεί / να οσμίζεσαι / να οσμιστείς | να έχει οσμιστεί / να οσμίζεται / να οσμιστεί | να οσμιζόμαστε / να οσμιστούμε | να οσμίζεστε / να οσμιστείτε | να οσμίζονται / να οσμιστούν / να οσμιστούνε |
| Προστακτική | — | οσμίζου / οσμίσου | — | — | οσμίζεστε / οσμιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →