Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οσμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το όσμιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οσμικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοσμικόςοσμικήοσμικό
Γενικήοσμικούοσμικήςοσμικού
Αιτιατικήοσμικόοσμικήοσμικό
Κλητικήοσμικέοσμικήοσμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοσμικοίοσμικέςοσμικά
Γενικήοσμικώνοσμικώνοσμικών
Αιτιατικήοσμικούςοσμικέςοσμικά
Κλητικήοσμικοίοσμικέςοσμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →