Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οσμομετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την οσμομέτρηση / οσμομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οσμομετρικός < οσμομετρία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοσμομετρικόςοσμομετρικήοσμομετρικό
Γενικήοσμομετρικούοσμομετρικήςοσμομετρικού
Αιτιατικήοσμομετρικόοσμομετρικήοσμομετρικό
Κλητικήοσμομετρικέοσμομετρικήοσμομετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοσμομετρικοίοσμομετρικέςοσμομετρικά
Γενικήοσμομετρικώνοσμομετρικώνοσμομετρικών
Αιτιατικήοσμομετρικούςοσμομετρικέςοσμομετρικά
Κλητικήοσμομετρικοίοσμομετρικέςοσμομετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →