οσμομετρικός
•
- που έχει σχέση με την οσμομέτρηση / οσμομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οσμομετρικός < οσμομετρία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οσμομετρικός | οσμομετρική | οσμομετρικό |
| Γενική | οσμομετρικού | οσμομετρικής | οσμομετρικού |
| Αιτιατική | οσμομετρικό | οσμομετρική | οσμομετρικό |
| Κλητική | οσμομετρικέ | οσμομετρική | οσμομετρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οσμομετρικοί | οσμομετρικές | οσμομετρικά |
| Γενική | οσμομετρικών | οσμομετρικών | οσμομετρικών |
| Αιτιατική | οσμομετρικούς | οσμομετρικές | οσμομετρικά |
| Κλητική | οσμομετρικοί | οσμομετρικές | οσμομετρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →