οσπριοφαγία
•
- η κατανάλωση οσπρίων σε μεγάλες ποσότητες Βικιλεξικό
- το να τρώει κανείς αποκλειστικά όσπρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οσπριοφαγία < όσπρι(α) + -ο- + -φαγία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οσπριοφαγία | οσπριοφαγίες |
| Γενική | οσπριοφαγίας | οσπριοφαγιών |
| Αιτιατική | οσπριοφαγία | οσπριοφαγίες |
| Κλητική | οσπριοφαγία | οσπριοφαγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →