οστέινος
•
- που έχει σχέση με τα οστά ή είναι κατασκευασμένος από κόκαλο Βικιλεξικό
- Τα κτερίσματα αυτού του τάφου, αντίθετα με την πολυτελή κατασκευή του ήταν μάλλον πενιχρά. Βρέθηκαν, εκτός από αβαφή όστρακα, μια μικρή οινοχόη, όμοια με του τάφου Τ1, ένα χάλκινο δαχτυλίδι, μια οστέινη ψήφος, θραύσματα από χάλκινα ενώτια, από τα οποία το ένα με γυάλινα στοιχεία (Εικ. 17) και ένα πολύ μικρό.. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, Τόμος 8, ΑΠΘ, 1998, σελ. 246)
Ετυμολογία
οστέινος < αρχαία ελληνική ὀστέϊνος < ὀστέον / ὀστοῦν < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃ésth₁-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οστέινος | οστέινη | οστέινο |
| Γενική | οστέινου | οστέινης | οστέινου |
| Αιτιατική | οστέινο | οστέινη | οστέινο |
| Κλητική | οστέινε | οστέινη | οστέινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οστέινοι | οστέινες | οστέινα |
| Γενική | οστέινων | οστέινων | οστέινων |
| Αιτιατική | οστέινους | οστέινες | οστέινα |
| Κλητική | οστέινοι | οστέινες | οστέινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →