Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οστίτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται στα οστά ή αποτελείται από οστέινα κομμάτια Βικιλεξικό
    • Με απλά λόγια, ο γιατρός θα μπορεί να τοποθετεί την υδρογέλη εμπλουτισμένη με βλαστικά κύτταρα του ασθενούς στα σημεία του οστού όπου υπάρχει κάταγμα και χάρη στη σχεδόν υγρή μορφή της θα έχει τη δυνατότητα να σχηματίσει ένα “καλούπι” επάνω στο οποίο θα αναπτυχθεί ο οστίτης ιστός. (*)

Ετυμολογία

οστίτης < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ὀστοῦν

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοστίτηςοστίτες
Γενικήοστίτηοστιτών
Αιτιατικήοστίτηοστίτες
Κλητικήοστίτηοστίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →