Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οστεάλευρο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τεχνολογία τροφίμωνείδος άλευρου, που παράγεται από την άλεση (και λοιπή επεξεργασία) οστών ζώων και χρησιμοποιείται ως λίπασμα ή σαν ζωοτροφή Βικιλεξικό
    • Οτιδήποτε τρώμε, γαλακτοκομικά προϊόντα ή το ίδιο το κρέας, μπορεί να είναι ανθυγιεινό, αν τα ζώα από όπου προέρχονται τα ταΐζουμε με ανθυγιεινές τροφές και κυρίως προϊόντα ζωικά (κρεατάλευρα, αιματάλευρα, οστεάλευρα, ζωικά λίπη και προϊόντα πλάσματος αίματος, με τα οποία κατακλύζεται η χώρα μας από το εξωτερικό). Μας τιμωρεί η ίδια η φύση. Ούτε στα ψάρια ούτε στα κοτόπουλα ούτε στους χοίρους πρέπει να δίνονται. (www.tovima.gr, 24.11.2008)

Ετυμολογία

οστεάλευρο < οστε- + άλευρο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοστεάλευροοστεάλευρα
Γενικήοστεάλευρουοστεάλευρων
Αιτιατικήοστεάλευροοστεάλευρα
Κλητικήοστεάλευροοστεάλευρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →