Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οστεοαρθρίτιδα

/o.ste.o.aɾˈθɾi.ti.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήαρθρίτιδα η οποία προσβάλλει τα οστά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οστεοαρθρίτιδα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὀστεοαρθρ(ῖτις) + -ίτιδα στη δημοτική. λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική ostéoarthrite < ostéo- (αρχαία ελληνική ὀστοῦν) + arthrite (ελληνιστική κοινή), (αρχαία ελληνική ἄρθρον). Συγχρονικά αναλύεται σε οστεο- + αρθρίτιδα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοστεοαρθρίτιδαοστεοαρθρίτιδες
Γενικήοστεοαρθρίτιδαςοστεοαρθρίτιδων
Αιτιατικήοστεοαρθρίτιδαοστεοαρθρίτιδες
Κλητικήοστεοαρθρίτιδαοστεοαρθρίτιδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →