οστεόλιθος
•
- σπάνιοαπολιθωμένο οστό Βικιλεξικό
- ιατρικήπεριοχή αυξημένης οστικής μάζας Βικιλεξικό
- ορυκτολογίαείδος απατίτη ή φωσφορικού ασβεστίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οστεόλιθος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική osteolite < αρχαία ελληνική ὀστέον / ὀστοῦν + λῐ́θος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οστεόλιθος | οστεόλιθοι |
| Γενική | οστεολίθου / οστεόλιθου | οστεολίθων / οστεόλιθων |
| Αιτιατική | οστεόλιθο | οστεολίθους / οστεόλιθους |
| Κλητική | οστεόλιθε | οστεόλιθοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →