Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οστεώδης

/o.steˈo.ðis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. επίσημοπολύ αδύνατος, με εμφανή τα οστά του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οστεώδης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀστεώδης Συγχρονικά αναλύεται σε οστε- + -ώδης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοστεώδηςοστεώδηςοστεώδες
Γενικήοστεώδουςοστεώδουςοστεώδους
Αιτιατικήοστεώδηοστεώδηοστεώδες
Κλητικήοστεώδη / οστεώδηςοστεώδηςοστεώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοστεώδειςοστεώδειςοστεώδη
Γενικήοστεωδώνοστεωδώνοστεωδών
Αιτιατικήοστεώδειςοστεώδειςοστεώδη
Κλητικήοστεώδειςοστεώδειςοστεώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →