Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα οστά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • Συγκριτική μελέτη της σύνδεσης αυτογενούς οστικού μοσχεύματος με διαφορετικής επεξεργασίας εμφυτεύματα. Ιστολογική μελέτη (Αλέξανδρος Βέης, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, 2002 https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/14773)

Ετυμολογία

οστικός < οστό + -ικός < ὀστέον / ὀστοῦν < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃ésth₁-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοστικόςοστικήοστικό
Γενικήοστικούοστικήςοστικού
Αιτιατικήοστικόοστικήοστικό
Κλητικήοστικέοστικήοστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοστικοίοστικέςοστικά
Γενικήοστικώνοστικώνοστικών
Αιτιατικήοστικούςοστικέςοστικά
Κλητικήοστικοίοστικέςοστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →