οσφυϊκός
•
- ανατομίαπου ανήκει ή αναφέρεται στην οσφύ, στη μέση του ανθρώπου Βικιλεξικό
- οσφυϊκός σπόνδυλος
Ετυμολογία
οσφυϊκός < ουσιαστικό οσφύ(ς) + ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οσφυϊκός | οσφυϊκή | οσφυϊκό |
| Γενική | οσφυϊκού | οσφυϊκής | οσφυϊκού |
| Αιτιατική | οσφυϊκό | οσφυϊκή | οσφυϊκό |
| Κλητική | οσφυϊκέ | οσφυϊκή | οσφυϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οσφυϊκοί | οσφυϊκές | οσφυϊκά |
| Γενική | οσφυϊκών | οσφυϊκών | οσφυϊκών |
| Αιτιατική | οσφυϊκούς | οσφυϊκές | οσφυϊκά |
| Κλητική | οσφυϊκοί | οσφυϊκές | οσφυϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →