Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οτρηρός

/o.triˈros/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςεργατικός, δραστήριος Βικιλεξικό
    • Τη μετά «Γλωσσαρίου» συγκροτημένη ανθολόγηση κατά συγγραφικό είδος και συγγραφέα, συναφή θεματική και χρονολογική ιεράρχηση των επαναστατικών δρώμενων υπογράφει ο οτρηρός ερευνητής και πολυγραφότατος φιλόλογος ...
    • Ο Κωνσταντίνος Κόμης, οτρηρός θεράπων της Επιστήμης, από την οποίαν δεν επρόκειτο ποτέ να αφυπηρετήσει, θα παραμείνει, με την διαδρομή και το έργο του, στην μνήμη των συναδέλφων, των φίλων και των μαθητών του, ενώ κερδίζει επάξια την θέση του στην Νεοελληνική Ιστοριογραφία.
    • Καλωσόρισμα και ευχετήριο χαιρετισμό απηύθυνε η δραστήρια, οτρηρή και ακάματη πρόεδρος του Συλλόγου

Ετυμολογία

οτρηρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀτρηρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοτρηρόςοτρηρήοτρηρό
Γενικήοτρηρούοτρηρήςοτρηρού
Αιτιατικήοτρηρόοτρηρήοτρηρό
Κλητικήοτρηρέοτρηρήοτρηρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοτρηροίοτρηρέςοτρηρά
Γενικήοτρηρώνοτρηρώνοτρηρών
Αιτιατικήοτρηρούςοτρηρέςοτρηρά
Κλητικήοτρηροίοτρηρέςοτρηρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →