Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ουίσκι

/uˈi.sci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται με απόσταξη από καρπούς δημητριακών· έχει καστανό χρώμα και μεγάλη περιεκτικότητα σε αλκοόλ Βικιλεξικό
    • Ένα γκαρσόνι με μοβ σακάκι και μαύρο παπιγιόν μας πλησίασε, έτοιμο να ικανοποιήσει δουλοπρεπώς κάθε μας επιθυμία. Παραγγείλαμε ουίσκι, σόδα κι αναψυκτικά. (Γιάννης Σολδάτος, Ιστορίες για τη θάλασσα από την ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Αιγόκερως, 1999, σελ. 309)
    • Αναζήτησε μια μικρή κρυστάλλινη καράφα με μπλε περιεχόμενο καταχωνιασμένη πίσω από τα σπέσιαλ ουίσκι και πρόσθεσε στο σέικερ διπλή δόση. (Σπύρος Γιαννακόπουλος, Κοσμοναύτης, εκδόσεις Πατάκη, 2023)
  2. συνεκδοχικάένα ποτήρι με αυτό το ποτό Βικιλεξικό
    • Τό εἰσιτήριο εἰσόδου περιλάμβανε καί τσάι κομπλέ, ο Αλέκος ὅμως ἤθελε να κάμει επίδειξη καί παρήγγειλε δύο ουίσκι γιά μᾶς καί βερμούτ γιά τίς κοπέλες. (Γεώργιος Ιωάννου Ράλλης, Κοιτάζοντας πίσω, εκδ. Ερμείας, 1993, σελ. 174)

Ετυμολογία

ουίσκι < αγγλική whisky

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήουίσκιουίσκια
Γενικήουισκιούουισκιών
Αιτιατικήουίσκιουίσκια
Κλητικήουίσκιουίσκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →