ουγκιά
•
- άλλη γραφή του ουγγιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουγκιά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική οὐγκία, γραφή του οὐγγία με συνίζηση < λατινική uncia < unus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουγκιά | ουγκιές |
| Γενική | ουγκιάς | ουγκιών |
| Αιτιατική | ουγκιά | ουγκιές |
| Κλητική | ουγκιά | ουγκιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →