ουδαμώς
•
- καθόλου, διόλου Βικιλεξικό
- Ο Χάρτης δεν θίγει ουδαμώς το δικαίωμα των κρατών μελών να νομοθετούν στον τομέα της δημόσιας ηθικής, του οικογενειακού δικαίου καθώς και της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του σεβασμού της ανθρώπινης σωματικής και ηθικής ακεραιότητας. (Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, C 202/358, 7/6/2016 https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:12016L/AFI/DCL/61&from=EN)
- οι τιμές των 1,5 ή 1,6 παιδιών/γυναίκα που σύντομα πιθανόν θα καταγράψουμε, ουδαμώς θα πρέπει να εκληφθούν ως αντιπροσωπευτικές της τελικής γονιμότητας των γάμων της τρέχουσας δεκαετίας (Επιθεώρησις κοινωνικών ερευνών, τεύχος 70-71, 1988, σελ. 60)
Ετυμολογία
ουδαμώς < αρχαία ελληνική οὐδαμῶς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →