ουδετερόφιλος
•
- που επιλέγει την ουδετερότητα, το να είναι ουδέτερος, να μην επιλέγει πλευρές σε αντιπαλότητες Βικιλεξικό
- Υπήρξε επίσης σύμπτωση απόψεων ως προς τη στάση που στο εξής θα τηρούσαν απέναντι στη Γιουγκοσλαβία: κοινό όφελος ήταν να ενθαρρυνθεί ο ουδετερόφιλος προσανατολισμός του Βελιγραδίου· γι’ αυτό τον λόγο τα Βαλκανικά Σύμφωνα θα έπρεπε να μην καταγγελθούν, αλλά να παραμείνουν εν υπνώσει. (https://www.kathimerini.gr/809315/article/epikairothta/ellada/h-episkeyh-karamanlh-sthn-toyrkia, Η Καθημερινή, 29.03.2015)
- ιατρικήπου έχουν ουδέτερη αντίδραση σε κάποια αντιδραστήρια (στα ουδετερόφιλα αιμοσφαίρια, σε αντίθεση με τα βασεόφιλα) Βικιλεξικό
- Τα ουδετερόφιλα είναι τα πρώτα λευκά αιμοσφαίρια που φτάνουν στην περιοχή της φλεγμονής. (https://athenslab.gr/diagnostikes-exetaseis/leuka-aimosfairia-tupos-316)
Ετυμολογία
ουδετερόφιλος < ουδέτερος + -ο- + -φιλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ουδετερόφιλος | ουδετερόφιλη | ουδετερόφιλο |
| Γενική | ουδετερόφιλου | ουδετερόφιλης | ουδετερόφιλου |
| Αιτιατική | ουδετερόφιλο | ουδετερόφιλη | ουδετερόφιλο |
| Κλητική | ουδετερόφιλε | ουδετερόφιλη | ουδετερόφιλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ουδετερόφιλοι | ουδετερόφιλες | ουδετερόφιλα |
| Γενική | ουδετερόφιλων | ουδετερόφιλων | ουδετερόφιλων |
| Αιτιατική | ουδετερόφιλους | ουδετερόφιλες | ουδετερόφιλα |
| Κλητική | ουδετερόφιλοι | ουδετερόφιλες | ουδετερόφιλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →