Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ουζοπωλείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κατάστημα ή χώρος όπου πωλείται ούζο Βικιλεξικό
  2. λόγιοουζερί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ουζοπωλείο < ουζοπώλης + -είο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήουζοπωλείοουζοπωλεία
Γενικήουζοπωλείουουζοπωλείων
Αιτιατικήουζοπωλείοουζοπωλεία
Κλητικήουζοπωλείοουζοπωλεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →