Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ουλώδης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι γεμάτος ουλές Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με ουλή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  3. που μοιάζει με ουλή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ουλώδης < ουλή + -ώδης < αρχαία ελληνική οὐλή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήουλώδηςουλώδηςουλώδες
Γενικήουλώδουςουλώδουςουλώδους
Αιτιατικήουλώδηουλώδηουλώδες
Κλητικήουλώδη / ουλώδηςουλώδηςουλώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήουλώδειςουλώδειςουλώδη
Γενικήουλωδώνουλωδώνουλωδών
Αιτιατικήουλώδειςουλώδειςουλώδη
Κλητικήουλώδειςουλώδειςουλώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →