Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ουμανιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ανθρωπιστής Βικιλεξικό
    • Κλείνοντας τόν τόμο, εἶχα τήν αἴσθηση ὅτι, ἐκτός ὅλων τῶν ἄλλων, ἀποτελεῖ καί ἕνα ρέκβιεμ. Ἕνα ρέκβιεμ γιά πολλούς. Ρέκβιεμ, βέβαια, γιά τόν μεγάλο οὐμανιστή ἐκδότη καί τούς φίλους πού ἔφυγαν. Ἔπειτα, γιά τό δημιούργημά του, τά Κείμενα, ἀκόμα καί γιά τό χῶρο ὅπου στεγάστηκαν (Νέα Εστία, τεύχος 1766, Ι.Δ. Κολλάρος και Σια, 2004, σελ. 634)

Ετυμολογία

ουμανιστής < γαλλική humaniste < λατινική humanus + -iste

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήουμανιστήςουμανιστές
Γενικήουμανιστήουμανιστών
Αιτιατικήουμανιστήουμανιστές
Κλητικήουμανιστήουμανιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →