ουραγός
•
- αυτός που βρίσκεται στην οπισθοφυλακή Βικιλεξικό
- αυτός που βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις μιας βαθμολογικής κατάταξης Βικιλεξικό
- αυτός που απλώς ακολουθεί τους άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουραγός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή οὐραγός (ο τελευταίος στη σειρά στρατιώτης του λόχου)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →