Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ουραιμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την ουραιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ουραιμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική urémique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική uremic < αρχαία ελληνική οὖρον + αἷμα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήουραιμικόςουραιμικήουραιμικό
Γενικήουραιμικούουραιμικήςουραιμικού
Αιτιατικήουραιμικόουραιμικήουραιμικό
Κλητικήουραιμικέουραιμικήουραιμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήουραιμικοίουραιμικέςουραιμικά
Γενικήουραιμικώνουραιμικώνουραιμικών
Αιτιατικήουραιμικούςουραιμικέςουραιμικά
Κλητικήουραιμικοίουραιμικέςουραιμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →