ουραιμικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με την ουραιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουραιμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική urémique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική uremic < αρχαία ελληνική οὖρον + αἷμα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ουραιμικός | ουραιμική | ουραιμικό |
| Γενική | ουραιμικού | ουραιμικής | ουραιμικού |
| Αιτιατική | ουραιμικό | ουραιμική | ουραιμικό |
| Κλητική | ουραιμικέ | ουραιμική | ουραιμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ουραιμικοί | ουραιμικές | ουραιμικά |
| Γενική | ουραιμικών | ουραιμικών | ουραιμικών |
| Αιτιατική | ουραιμικούς | ουραιμικές | ουραιμικά |
| Κλητική | ουραιμικοί | ουραιμικές | ουραιμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →