Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ουραλικός

/u.ra.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωγραφίαπου έχει σχέση με τα Ουράλια όρη (ή τον Ουράλη ποταμό) ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. γλωσσολογίαπου έχει σχέση με τις Ουραλικές γλώσσες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ουραλικός < Ουράλια / Ουράλης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήουραλικόςουραλικήουραλικό
Γενικήουραλικούουραλικήςουραλικού
Αιτιατικήουραλικόουραλικήουραλικό
Κλητικήουραλικέουραλικήουραλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήουραλικοίουραλικέςουραλικά
Γενικήουραλικώνουραλικώνουραλικών
Αιτιατικήουραλικούςουραλικέςουραλικά
Κλητικήουραλικοίουραλικέςουραλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →