ουραλικός
•
- γεωγραφίαπου έχει σχέση με τα Ουράλια όρη (ή τον Ουράλη ποταμό) ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαπου έχει σχέση με τις Ουραλικές γλώσσες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουραλικός < Ουράλια / Ουράλης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ουραλικός | ουραλική | ουραλικό |
| Γενική | ουραλικού | ουραλικής | ουραλικού |
| Αιτιατική | ουραλικό | ουραλική | ουραλικό |
| Κλητική | ουραλικέ | ουραλική | ουραλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ουραλικοί | ουραλικές | ουραλικά |
| Γενική | ουραλικών | ουραλικών | ουραλικών |
| Αιτιατική | ουραλικούς | ουραλικές | ουραλικά |
| Κλητική | ουραλικοί | ουραλικές | ουραλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →