Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ουραλοαλταϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα Ουράλια και τα Αλτάια όρη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. γλωσσολογίαοι ουραλικές και αλταϊκές γλώσσες ως γλωσσική οικογένεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ουραλοαλταϊκός < Ουράλια + -ο- + αλταϊκός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήουραλοαλταϊκόςουραλοαλταϊκήουραλοαλταϊκό
Γενικήουραλοαλταϊκούουραλοαλταϊκήςουραλοαλταϊκού
Αιτιατικήουραλοαλταϊκόουραλοαλταϊκήουραλοαλταϊκό
Κλητικήουραλοαλταϊκέουραλοαλταϊκήουραλοαλταϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήουραλοαλταϊκοίουραλοαλταϊκέςουραλοαλταϊκά
Γενικήουραλοαλταϊκώνουραλοαλταϊκώνουραλοαλταϊκών
Αιτιατικήουραλοαλταϊκούςουραλοαλταϊκέςουραλοαλταϊκά
Κλητικήουραλοαλταϊκοίουραλοαλταϊκέςουραλοαλταϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →