ουρανόσταλτος
•
- θεόσταλτος, θεόπεμπτος Βικιλεξικό
- Και με όλην την αηδία, που αισθάνθηκε το στόμα της, με όλη την ξυνή φαγούρα που είχε στον φάρυγγα, επίστεψεν αμέσως πως κάτι δροσερό, σαν πηγή θεοχάριστη, κάτι σαν ηδονή ουρανόσταλτη άρχισε με μιας να κυκλοφορή μέσα της (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ο ζητιάνος, 1897, Κεφάλαιο Ε' - Δικαιοσύνη)
- συνεκδοχικάανέλπιστος, απροσδόκητος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουρανόσταλτος < ουρανό- + σταλ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ουρανόσταλτος | ουρανόσταλτη | ουρανόσταλτο |
| Γενική | ουρανόσταλτου | ουρανόσταλτης | ουρανόσταλτου |
| Αιτιατική | ουρανόσταλτο | ουρανόσταλτη | ουρανόσταλτο |
| Κλητική | ουρανόσταλτε | ουρανόσταλτη | ουρανόσταλτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ουρανόσταλτοι | ουρανόσταλτες | ουρανόσταλτα |
| Γενική | ουρανόσταλτων | ουρανόσταλτων | ουρανόσταλτων |
| Αιτιατική | ουρανόσταλτους | ουρανόσταλτες | ουρανόσταλτα |
| Κλητική | ουρανόσταλτοι | ουρανόσταλτες | ουρανόσταλτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →