ουρητήριο
•
- κτίσμα το οποίο είναι ειδικά διαρρυθμισμένο για ούρηση Βικιλεξικό
- τουτέστιν ἀντὶ τοῦ κονιορτοῦ, τῶν οὐρητηρίων καὶ τῶν ὑπαιθρίων θεαμάτων τοῦ θέρους, νὰ φαντασθῆτε τὴν λάσπην καὶ τὰς κοινοβουλευτικὰς παραστάσεις τοῦ χειμῶνος (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)
Ετυμολογία
ουρητήριο < ουρη- + -τήριο και (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική urinoir
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουρητήριο | ουρητήρια |
| Γενική | ουρητήριου / ουρητηρίου | ουρητηρίων |
| Αιτιατική | ουρητήριο | ουρητήρια |
| Κλητική | ουρητήριο | ουρητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →