ουρλιαχτό
•
- η άγρια και μακρόσυρτη κραυγή από ζώο ή άνθρωπο Βικιλεξικό
- η στριγκλιά Βικιλεξικό
- η βοή του ανέμου που μοιάζει με κραυγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουρλιαχτό < ουρλιάζω, θέμα ουρλιακ- + -τό, ουδέτερο του -τός με ανομοίωση τρόπου άρθρωσης [kt] > [xt]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουρλιαχτό | ουρλιαχτά |
| Γενική | ουρλιαχτού | ουρλιαχτών |
| Αιτιατική | ουρλιαχτό | ουρλιαχτά |
| Κλητική | ουρλιαχτό | ουρλιαχτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →