ουρμπανισμός
•
- χωροταξίαο σχεδιασμός αναφορικά με την εδαφική επέκταση των πόλεων ή την οικοδομική διευθέτηση νέων περιοχών· η πολεοδομία Βικιλεξικό
- κοινωνιολογίαη μαζική συρροή πληθυσμού της υπαίθρου προς τα αστικά κέντρα, προς τις πόλεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουρμπανισμός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουρμπανισμός | ουρμπανισμοί |
| Γενική | ουρμπανισμού | ουρμπανισμών |
| Αιτιατική | ουρμπανισμό | ουρμπανισμούς |
| Κλητική | ουρμπανισμέ | ουρμπανισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →