ουροσυλλέκτης
•
- νεολογισμόςαποστειρωμένο μικρό δοχείο μιας χρήσης για συλλογή ούρων που προορίζονται για ουρολογική εξέταση Βικιλεξικό
- Στο τέλος με έβαλε να κατουρήσω σε έναν ουροσυλλέκτη και συνέστησε να μην τρώω αλμυρά και να πίνω πολλά νερά. Όταν έφυγε, ανακουφίστηκα. Είχα χαρεί που ήμουν υγιής εκ πρώτης όψεως. Το απόγευμα είχε βγει και η απάντηση από το τεστ ούρων. Οι εξετάσεις ήταν εξαιρετικές και... συγχαρητήρια! Ήμουν έγκυος. (Να ένα μήλο, τόμος 5, λογοτεχν. περιοδικό, εκδ. Πατάκη, σελ. 49, 2004)
- νεολογισμόςσακούλα συλλογής ούρων για ασθενείς που βρίσκονται σε κατάκλιση και τα ούρα τους παροχετεύονται με σωληνάκι από τον ουρητήρα στον ουροσυλλέκτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουροσυλλέκτης < ούρ(ο) + -ο- + συλλέκτης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουροσυλλέκτης | ουροσυλλέκτες |
| Γενική | ουροσυλλέκτη | ουροσυλλεκτών |
| Αιτιατική | ουροσυλλέκτη | ουροσυλλέκτες |
| Κλητική | ουροσυλλέκτη | ουροσυλλέκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →