ουσιαστικοποιημένο επίθετο
•
- γραμματικήεπίθετο που ουσιαστικοποιήθηκε, τράπηκε σε ουσιαστικό Βικιλεξικό
- π.χ. τὸ αὐτοκίνητον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αὐτοκίνητος
- π.χ. η γλυπτική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου γλυπτικός, εννοείται: τέχνη
Ετυμολογία
ουσιαστικοποιημένο επίθετο < → λείπει η ετυμολογία → δείτε τους όρους ουσιαστικοποιημένος και επίθετο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουσιαστικοποιημένο επίθετο | ουσιαστικοποιημένα επίθετα |
| Γενική | ουσιαστικοποιημένου επιθέτου | ουσιαστικοποιημένων επιθέτων |
| Αιτιατική | ουσιαστικοποιημένο επίθετο | ουσιαστικοποιημένα επίθετα |
| Κλητική | ουσιαστικοποιημένο επίθετο | ουσιαστικοποιημένα επίθετα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →